Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

ΛΟΥΤΡΑΚΙ

Υπενθύμισα στον οδηγό του ΚΤΕΛ ότι κάπου εδώ ήθελα να κατέβω. Με ρώτησε που αλλά δεν ήξερα ακριβώς. Έβλεπα τα πορτοκαλί φώτα της εθνικής, είχαμε μόλις περάσει τον Ισθμό προς την Αθήνα και του είπα όπου μπορείς σταμάτα. Τέλη Νοέμβρη ήταν, στις αρχές της δεκαετίας του '80 κι έκανε παγωνιά.
Βρέθηκα στις 3 παρά, ξημερώματα Σαββάτου, για να συναντήσω ένα κορίτσι και να περάσουμε μόνοι μας το Σαββατοκύριακο. Δεν θα την συναντούσα όμως ακριβώς εκεί. Στο Λουτράκι θα βρισκόμασταν. Δεν είχα πάει ποτέ εκεί αλλά έβλεπα την μπλε πινακίδα με το βέλος και την απόσταση 4km.

Είχα υπολογίσει να φτάσω στο Λουτράκι σε μιά ώρα περίπου. Ήξερα ότι ένας κανονικός άνθρωπος διασχίζει περίπου 4km την ώρα με ένα κανονικό βηματισμό. Εγώ περπατούσα πάντα με ταχύ βήμα. Φιλοδοξούσα να φτάσω νωρίτερα. Κάτι σαν αγώνισμα με τον εαυτό μου ήθελα να κάνω. Αλλά δεν έπρεπε να βιαστώ. Θα έφτανε με το πρώτο λεωφορείο από Αθήνα τα ξημερώματα και όχι μόνο είχα πολύ χρόνο αλλά έπρεπε και να τον σπαταλήσω. Που όμως; Έτσι αποφάσισα να περπατήσω κανονικά και να φτάσω με το πάσο μου. Πρώτη φορά έκανα αυτήν την διαδρομή. Θα είχα και την γοητεία της ανακάλυψης εκτός από την προσδοκία της συνάντησης.

Τα πορτοκαλί φώτα του εθνικού δρόμου εξασθένιζαν όσο βάδιζα στον επαρχιακό αφώτιστο δρόμο. Άκουγα ωστόσο τον θόρυβο από την εθνική οδό για αρκετό χρόνο. Νταλίκες, λεωφορεία και μεγάλες μηχανές ακούγονταν μέσα στην ησυχία της νύχτας. Προχωρώντας όμως έμπαινα σε ένα σκοτάδι και μια ησυχία που γινόταν ανησυχητική. Τίποτε δεν έκανε ήχο εκείνη την νύχτα παρά μόνο τα βήματά μου στον δρόμο. Αυτά άκουγα κι αυτά με οδηγούσαν. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχαν χωράφια φυτεμένα ή όχι και στο βάθος κτίσματα που άλλα ήταν αγροικίες, άλλα αποθήκες και επαγγελματικοί χώροι και κάποια ήταν σπίτια. Τίποτε όμως δεν μύριζε ζωή.

Περπατούσα στην παγωνιά με μια δερμάτινη τσάντα στον ώμο μου που είχε λίγα πράγματα αλλά όλα όσα χρειαζόμουν. Συντροφιά μου είχα πάντα τα τραγούδια και τα τσιγάρα μου. Τα είχα στο στόμα μου και τα δύο αλλά έμπαιναν και στην ψυχή μου. Θα είχα περπατήσει κάνα μισάωρο, είχαν περάσει ένα δυό αυτοκίνητα όταν σκέφτηκα κάτι που με φόβισε. Δεν ήξερε κανείς ότι έκανα αυτό το ταξίδι. Κανείς δεν ήξερε που βρισκόμουν. Αν μου συνέβαινε ένα απλό ατύχημα θα περνούσαν μέρες μέχρι να με αναζητήσουν. Γέμισα φόβο μέχρι επάνω μα τις σκέψεις μου τις μύρισαν τα σκυλιά. Κι άρχισαν να γαβγίζουν μέσα απ'τα χωράφια. Θα μπορούσα να γίνω εύκολα θήραμα πεινασμένων άγριων σκύλων και μάλιστα χωρίς μάρτυρες... Επιστράτευσα την αυτοκυριαρχία μου να μην τρέξω. Ήταν ανώφελο. Παρακαλούσα να μην τα δω καν παρά μόνο να τα ακούω. Πρωτόγονος φόβος με κυρίευσε αλλά συγκεντρώθηκα να τον ελέγξω. Προχωρούσα αδιάκοπα μέχρι να ακούγονται πίσω και μακριά μου οι ήχοι των τετράποδων φίλων.

Δεν με κούραζε το περπάτημα. Αισθανόμουν σαν να έπαιζα σε ένα τεράστιο σκηνικό, σαν ταινία έμοιαζε αυτή η πορεία. Αλλά που πήγαινα; Ήμουν σχεδόν μια ώρα στο δρόμο και τίποτε δεν έμοιαζε ότι πλησιάζω σε μια πόλη. Έστω επαρχιακή κωμόπολη. Προσπαθούσα να θυμηθώ αν κάπου έστριψα ενώ δεν έπρεπε ή πήρα λάθος δρόμο. Θυμήθηκα την πινακίδα στον Ισθμό, διασταύρωση δεν βρήκα αλλού. Δεν μπορεί...πρέπει να φτάνω όπου νά'ναι. Κάτι θα έπρεπε να δω. Κάποια γειτονικά σπίτια που κτίστηκαν στις παρυφές της πόλης, εκεί που η γη ήταν φτηνότερη κάποτε...μια πινακίδα που να ανακοινώνει την αρχή του Λουτρακίου. Κοιτούσα τον ορίζοντα για φώτα από δρόμους ή επιγραφές και έβλεπα μόνο αγροτικό τοπίο. Δεν μπορούσα να διακρίνω τον προορισμό μου και το μόνο που ένιωθα ήταν απελπισία. Σκέφτηκα να γυρίσω πίσω, να ξαναπάρω το λεωφορείο για τα Γιάννενα και να μην περάσω κανένα σαββατοκύριακο με κανένα κορίτσι στο ανύπαρκτο Λουτράκι που κανείς δρόμος δεν με οδηγούσε. Ανόητη σκέψη...δεν είχα επιλογή παρά να προχωρήσω. Η κατεύθυνσή μου ήταν μόνο εμπρός. Κοντοστάθηκα και έκανα ένα ακόμα τσιγάρο. Ο φόβος, η κούραση και το άγνωστο με κατέβαλλαν. Κράτησε πολύ λίγο. Ήμουν εκεί, με όλα όσα είχα, μόνος μου αλλά δυνατός και αυτά που ήθελα ήταν μπροστά μου. Αποφασισμένος και συγκροτημένος συνέχισα να περπατώ παρατηρώντας την διαδρομή και κάθε της λεπτομέρεια. Ο δρόμος έστριβε και ξαναέστριβε και βλέπω ξαφνικά και αναπάντεχα τα φώτα μιας πόλης. Περίμενα πως και πως να δω αυτήν την εικόνα και τώρα που την αντίκριζα μου φαινόταν σαν έκπληξη! Η επιτυχία στην ζωή είναι πάντα δυό στροφές μετά την απελπισία.

Η πόλη ήταν έρημη κι εγώ έπρεπε να σπαταλήσω χρόνο. Τριγύρισα μες στο κρύο, απάγκιασα όπου βρήκα. Γνώρισα μια πόλη στα ξυπνητούρια της τα χειμωνιάτικα. Συνάντησα το κορίτσι και περάσαμε ένα σαββατοκύριακο υπέροχο αλλά οι τόσες προσδοκίες το βάρυναν πολύ και το έκαναν να μοιάσει συνηθισμένο. Επιστρέφοντας την Κυριακή αλλά και χρόνια αργότερα στην ανάμνηση, γεύομαι την μοναχική περιπέτεια της διαδρομής από τον Ισθμό στο Λουτράκι...

1 σχόλιο:

Jason είπε...

Πολύ ωραίο θείε.Συνέχισε να γράφεις! :)